http://xairete.blogspot.gr/2017/01/30.html
ΣΧΟΛΙΑΖΩ:
Ο σοφός γέροντας (φωτο), καθόταν κάπου -εκεί ψηλά, πάντα στο μακρινό υπερπέραν βέβαια…
Χωρίς να φαίνεται πού ακριβώς κάθεται… Σαν να μην υπάρχει καμία καρέκλα…
Έδωσε λοιπόν -με το περιστέρι (φωτο) στον δωδεκάχρονο νεαρό μαθητή του (φωτο), τα πρώτα φώτα της γνώσης -δες βιβλίο…
Και τον εξαπέστειλε –διακτινιζόμενο, στο ναό, για να φωτίσει και τους ιερείς εκεί…
Μια κυρία τότε, πήγε και τον πήρε από εκεί, και του είπε, «Πού χάθηκες; Ο πατέρας σου ο Ιωσήφ και εγώ, σε ψάχνουμε!».
Και στα 30 του ο νεαρός ξαναπήγε στο ναό, για να τους κηρύξει πάνω στη βίβλο. Και οι συμπατριώτες του, είπαν τότε: «Από πού τα έμαθε όλα αυτά τα γράμματα αυτός ο γιος του μαραγκού; Μήπως πήγε στο Θιβέτ, και κατέβασε κρυφά από εκεί τα κομποσκοίνια, τα κεριά τα λιβάνια και τα καντήλια;»
ΝΕΑ ΣΧΟΛΙΑ:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΔΑΣΗΣ, είπε...
Οι διάφοροι Αρειανοί (π.χ. Μάρτυρες του Ιεχωβά) αγάλλονται βλέποντας αυτή την εικονογραφία, καθότι μετά από 17 αιώνες δικαιώνονται, για το ρηθέν υπό του Αρείου για το Χριστό, ότι "ην ποτέ, ότε ουκ ήν", δηλ. "ήταν κάποτε, όπου δεν υπήρχε".
Αυτή η εικονογραφία παραβαίνει ακόμη και το δόγμα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που γνωμάτευσε, ότι "ζωγραφούμεν α είδομεν". Είδε κανείς τον Πατέρα και εμείς δεν το γνωρίζουμε; Μπορεί ποτέ να δει το κτιστό (που είναι ο άνθρωπος) το άκτιστο (που είναι ο Θεός Πατέρας και το άγιο Πνεύμα); Μόνον ο Χριστός (που είναι άκτιστος και κτιστός) μπορεί να οραθεί και μόνον με την ανθρώπινη φύση και όχι τη θεία.
P. MICHALOPOULOS είπε...
«Οι διάφοροι Αρειανοί (π.χ. Μάρτυρες του Ιεχωβά) αγάλλονται βλέποντας αυτή την εικονογραφία, καθότι μετά από 17 αιώνες δικαιώνονται, για το ρηθέν υπό του Αρείου για το Χριστό, ότι "ην ποτέ, ότε ουκ ήν", δηλ. "ήταν κάποτε, όπου δεν υπήρχε".»
Και φυσικά θα εννοείτε την παράσταση αυτή της αγίας τριάδας, όπου ο θεός Πατέρας εμφανίζεται να είναι γέρος, και ο Υιός είναι σαν ένας νέος δίπλα του, ή σαν μικρό παιδί στην αγκαλιά του. Έτσι;
http://xairete.blogspot.gr/2017/01/30.html
«Ὁ Θεὸς [...] ἀρχὴν τὸν Υἱὸν ἔθηκε τῶν γενητῶν ὁ ἄναρχος,
καὶ ἤνεγκεν εἰς Υἱὸν ἑαυτῷ τόνδε τεκνοποιήσας,
Ἴδιον οὐδὲν ἔχει τοῦ Θεοῦ καθ’ ὑπόστασιν ἰδιότητος·
οὐδὲ γάρ ἐστιν ἴσος, ἀλλ’ οὐδὲ ὁμοούσιος αὐτῷ. [...]
Ἤγουν Τριάς ἐστι δόξαις οὐχ ὁμοίαις·
ἀνεπίμικτοι ἑαυταῖς εἰσιν αἱ ὑποστάσεις αὐτῶν,
μία τῆς μιᾶς ἐνδοξοτέρα δόξαις ἐπ’ ἄπειρον.
Ξένος τοῦ Υἱοῦ κατ’ οὐσίαν ὁ Πατήρ, ὅτι ἄναρχος ὑπάρχει».[1]
— Άρειος, Θάλεια (περ. 322[2])Η διδασκαλία του Αρείου διατηρούσε εν μέρει τις θέσεις του προγενέστερου μεγάλου αλεξανδρινού δασκάλου Ωριγένους, ότι δηλαδή ο Υιός είναι κατώτερος στην εξουσία σε σχέση με τον Πατέρα, αλλά διαφοροποιείτο ως προς την άχρονο γέννηση του Υιού, καθότι ο Άρειος υποστήριζε ότι υπήρχε καιρός που ο Πατήρ ήταν μόνος του, επιστρέφοντας έτσι, σε έναν βαθμό, στις θέσεις των Απολογητών του 2ου αι. που δίδασκαν την εν χρόνω γέννηση του Υιού. Επίσης, αμφισβητούσε την υπόσταση του Υιού θεωρώντας την ως «άψυχο» σώμα. Στην πραγματικότητα, οι αποκλίσεις του Αρείου δέχθηκαν μια συστηματική αύξηση μέχρι την Α΄Οικουμενική σύνοδο, η οποία δεν εμφανιζόταν πριν τις έριδες. Οι σαφείς θέσεις του Αρείου αναφέρονται στην προς Νικομηδείας Ευσέβιο επιστολή του,[3] και είναι:
- Η θεμελιώδης ιδέα είναι ότι ο Θεός είναι «ένας και μοναδικός».Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αρείου,ο μόνος Θεός και Πατέρας είναι «μόνος»,«μονάς» και μάλιστα «ἄναρχος μονώτατος».[4]
- Ο Υιός δεν είναι «κατά φύση» και «κατ'ουσίαν» αληθινός Θεός, αφού είναι «εν χρόνω» δημιούργημα του Θεού. Αν και ο Υιός θεωρούνταν κτίσμα, εντούτοις τού αποδιδόταν ειδική Θειότητα.[5]
- Ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι «συνάναρχος» και «συναΐδιος» προς τον Πατέρα, γι'αυτό και o Πατήρ δεν ήταν πατέρας πριν δημιουργήσει τον Υιό. Μάλιστα ο ίδιος δεχόταν μόνο ένα Θεό, «αγέννητο», «άναρχο» και η γέννηση του Υιού δε μείωνε την απόλυτη μοναρχία του Πατρός.
- Ο Υιός είναι «κτίσμα Θεού τέλειον, αλλ'ούχ ως εν των κτισμάτων, γέννημα, αλλ'ουχ εκ των γέννημάτων».[6] Ουσιαστικά υποστηρίζει οτι Υιός γεννήθηκε «άμεσα» από τη θέληση του Πατρός, ενώ τα υπόλοιπα κτίσματα δια του Υιού.
- Ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν «τρεπτός» και «αλλοιωτός» κατά τη φύση του, αλλά κατέστη «άτρεπτος» και «αναλλοίωτος», «θελήσει» του Θεού, αφού η κατά πρόγνωσιν δωρεά από το Θεό, τον κατέστησε «ιδίω θελήματι άτρεπτον και αναλλοίωτον», χωρίς όμως να μετέχει της ουσίας του Θεού.
- Ο Υιός και Λόγος του Θεού συνδέθηκε με τη δημιουργική ενέργεια του Θεού-Πατρός για την δημιουργία των πάντων δι' αυτού, δημιουργώντας το υποταγμένο σε αυτόν Άγιο Πνεύμα. Παρόλα αυτά παρέμεινε ασαφής η πλήρης σχέση Υιού και Λόγου, με τις ανυπόστατες δυνάμεις του Λόγου και της Σοφίας, που ήταν αχώριστες της «Θείας ουσίας». Γι'αυτό το λόγο, ο «απερινόητος» Θεός ήταν αδύνατο να δημιουργήσει ένα υλικό κόσμο από την άμεση δημιουργική του ενέργεια, εξού και έθεσε τον Υιό και Λόγο Του, μέσο της θέλησής Του.
- Ο κτιστός Υιός του Θεού προσέλαβε ως Χριστός «εν χρόνω», όχι όλη την ανθρώπινη φύση του, αλλά μόνο ανθρώπινο σώμα, χωρίς ψυχή, αφού τη θέση της ψυχής την κατέλαβε ο κτιστός Λόγος. Άρα με βάση αυτή τη διδασκαλία ο Χριστός δεν ήταν κατά φύσιν Θεός κατά το Μέγα Αθανάσιο[7] και τους ακολούθους της εν Νικαία συνόδου και δεν ήταν Σωτήρας του ανθρωπίνου γένους, αλλά ένας χαρισματικός διδάσκαλος.
- Ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν μια μέση ύπαρξη μεταξύ του «άναρχου» Θεού και του κόσμου. Ο Άρειος συνέδεε τον Υιό και Λόγο ως έκφραση των «απρόσωπων» και «ανυπόστατων» δυνάμεων του Θεού, χωρίς να δέχεται και την ταύτιση με τη «Θεία Ουσία». Βέβαια η συσχέτιση «απρόσωπης» δυνάμεως της «Σοφίας» προς τη δημιουργία του Λόγου, είναι δυσχερής στον «Αρειανισμό».
- Όσον αφορά το άγιο Πνεύμα, ο Άρειος πίστευε ότι ήταν πρόσωπο αλλά κατώτερο και από τον Πατέρα και από τον Υιό.[8]
- Ο Άρειος πίστευε στη θεϊκή τριάδα, η οποία όμως δεν ήταν αιώνια αλλά σχηματίστηκε σταδιακά: ο Θεός ήταν αρχικά η αιώνια «μονάδα», η «δυάδα» ήρθε σε ύπαρξη όταν γεννήθηκε ο Γιος και η «τριάδα» υπήρξε όταν παράχθηκε το Πνεύμα, δηλαδή η σοφία του Θεού.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου